Η Volkswagen προχωρά με ταχείς ρυθμούς σε ένα από τα μεγαλύτερα προγράμματα αναδιάρθρωσης της ιστορίας της, καθώς η πίεση από τη μειωμένη ζήτηση, τον εντεινόμενο ανταγωνισμό και το αυξανόμενο κόστος λειτουργίας αναγκάζει τον γερμανικό όμιλο να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα της αγοράς.
Σύμφωνα με τον διευθύνοντα σύμβουλο του ομίλου, Oliver Blume, η Volkswagen έχει ήδη εξασφαλίσει συμφωνίες αποχώρησης για περισσότερους από 28.000 εργαζομένους έως το 2030. Ο αριθμός αυτός είναι αυξημένος σε σχέση με τις περίπου 25.000 αποχωρήσεις που είχαν ανακοινωθεί στα τέλη του 2025.
Μέχρι το τέλος του 2026, η εταιρεία εκτιμά ότι το προσωπικό της στη Γερμανία θα έχει μειωθεί κατά περίπου 19.000 εργαζομένους, ενώ ο συνολικός στόχος παραμένει η κατάργηση περίπου 50.000 θέσεων εργασίας έως το τέλος της δεκαετίας. Το σχέδιο αφορά τις Volkswagen, Audi, Porsche και Cariad.
Η αναδιάρθρωση έχει ήδη αποφέρει σημαντικά οικονομικά οφέλη. Η Volkswagen υποστηρίζει ότι οι συμφωνίες με τα συνδικάτα και οι μειώσεις προσωπικού έχουν οδηγήσει σε εξοικονόμηση περίπου 1 δισ. ευρώ, ενώ στόχος είναι η ετήσια εξοικονόμηση να φτάσει τα 6 δισ. ευρώ μέχρι το 2030.
Παράλληλα, το κόστος λειτουργίας των γερμανικών εργοστασίων μειώθηκε κατά περισσότερο από 20% μέσα στο 2025. Ωστόσο, ο Blume προειδοποιεί ότι οι δυσμενείς συνθήκες της αγοράς, οι γεωπολιτικές εξελίξεις και το αυξημένο ρυθμιστικό κόστος απορροφούν μεγάλο μέρος αυτών των κερδών.
Στο πλαίσιο του σχεδίου, η Volkswagen περιορίζει και τη συνολική παραγωγική της δυναμικότητα. Από δυνατότητα κατασκευής άνω των 12 εκατομμυρίων οχημάτων ετησίως πριν από την πανδημία, ο όμιλος στοχεύει πλέον σε περίπου 9 εκατομμύρια οχήματα τον χρόνο, προσαρμόζοντας το μέγεθός του σε μια αγορά που αλλάζει ταχύτατα.

