Το κόκκινο μας σταματά, το πράσινο μας στέλνει και το πορτοκαλί δημιουργεί μερικά ενδιαφέροντα διλήμματα. Ποιος όμως αποφάσισε ότι αυτά θα είναι τα χρώματα των φωτεινών σηματοδοτών;
Η απάντηση βρίσκεται στον 19ο αιώνα, πολύ πριν τα αυτοκίνητα κατακλύσουν τους δρόμους. Οι σιδηρόδρομοι ήταν οι πρώτοι που χρησιμοποίησαν χρωματικά σήματα για την ασφαλή κυκλοφορία των τρένων, επιλέγοντας αρχικά το κόκκινο για τη στάση. Το συγκεκριμένο χρώμα είχε ήδη συνδεθεί με τον κίνδυνο, ενώ το μεγάλο μήκος κύματός του βοηθά στην ορατότητα από μεγάλες αποστάσεις.
Το πράσινο καθιερώθηκε σταδιακά ως ένδειξη ελεύθερης διέλευσης, αντικαθιστώντας το λευκό που χρησιμοποιούσαν παλαιότερα ορισμένοι σιδηρόδρομοι. Το κίτρινο προστέθηκε ως απαραίτητη προειδοποίηση ανάμεσα στην ελεύθερη κυκλοφορία και την υποχρεωτική στάση.
Η ιστορία των φαναριών έχει πάντως και μια επεισοδιακή πρεμιέρα. Το 1868 εγκαταστάθηκε στο Λονδίνο, έξω από το βρετανικό Κοινοβούλιο, ένας από τους πρώτους σηματοδότες οδικής κυκλοφορίας.
Λειτουργούσε με φωταέριο, τον χειριζόταν αστυνομικός και προοριζόταν για άμαξες και πεζούς. Μερικές εβδομάδες αργότερα εξερράγη, τραυματίζοντας τον αστυνομικό. Η τεχνολογία χρειαζόταν προφανώς λίγη δουλειά ακόμη.
Το 1920 εμφανίστηκε στο Ντιτρόιτ ένας από τους πρώτους τρίχρωμους ηλεκτρικούς σηματοδότες, ανοίγοντας τον δρόμο για τη σημερινή τυποποίηση.
Περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα, οι σηματοδότες διαθέτουν αισθητήρες, κάμερες και ηλεκτρονικά συστήματα διαχείρισης, αλλά τα τρία χρώματα παραμένουν αμετάβλητα. Ακόμη και η σταθερή διάταξή τους εξυπηρετεί την αναγνώριση από οδηγούς με προβλήματα αντίληψης των χρωμάτων.