Η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία περνά μια από τις πιο αβέβαιες περιόδους της σύγχρονης ιστορίας της. Η ηλεκτροκίνηση, που μέχρι πρόσφατα παρουσιαζόταν ως αδιαμφισβήτητος μονόδρομος, δείχνει να επιβραδύνεται, με τις πωλήσεις ηλεκτρικών αυτοκινήτων να μην ακολουθούν τις αισιόδοξες προβλέψεις. Οι υψηλές τιμές, η κόπωση των καταναλωτών και οι περιορισμένες υποδομές φόρτισης δημιουργούν ένα περιβάλλον επιφυλακτικότητας.
Την ίδια στιγμή, οι αυστηροί στόχοι εκπομπών CO₂ της Ευρωπαϊκής Ένωσης πιέζουν τους κατασκευαστές, οι οποίοι βλέπουν αποθέματα αδιάθετων ηλεκτρικών μοντέλων να συσσωρεύονται. Η απάντηση έρχεται μέσα από μειώσεις τιμών, μια πρακτική που όμως περιορίζει τα περιθώρια κέρδους και απειλεί τη χρηματοοικονομική σταθερότητα εταιρειών που είχαν συνηθίσει σε υψηλή κερδοφορία.
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, τα υβριδικά μοντέλα επιστρέφουν στο προσκήνιο. Για πολλούς αγοραστές αποτελούν έναν πιο ασφαλή συμβιβασμό, χωρίς το άγχος της φόρτισης και με μικρότερο κόστος χρήσης. Ακόμη και κατασκευαστές που είχαν ανακοινώσει το τέλος των κινητήρων εσωτερικής καύσης, αναθεωρούν τα πλάνα τους.
Παράλληλα, η κινεζική παρουσία στην Ευρώπη ενισχύεται. Εταιρείες όπως η BYD επενδύουν σε ευρωπαϊκά εργοστάσια, αξιοποιώντας τον πλήρη έλεγχο της εφοδιαστικής αλυσίδας για να προσφέρουν ανταγωνιστικές τιμές.
Το επόμενο μεγάλο στοίχημα δεν είναι μόνο ο κινητήρας, αλλά το λογισμικό. Το αυτοκίνητο μετατρέπεται σε ψηφιακή πλατφόρμα και όσοι δεν προσαρμοστούν, κινδυνεύουν να μείνουν πίσω σε μια αγορά που αλλάζει ταχύτατα.