Το Volkswagen Group βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη καμπή, καθώς το παραδοσιακό, γερμανικοκεντρικό μοντέλο παραγωγής και εξαγωγών παύει να θεωρείται βιώσιμο.
Η διοίκηση του ομίλου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι παγκόσμιες συνθήκες έχουν αλλάξει δραστικά, απαιτώντας βαθύτερη αναδιάρθρωση, μείωση παραγωγικής δυναμικότητας και στροφή προς την τοπική παραγωγή σε βασικές αγορές.
Για δεκαετίες, η Volkswagen ανέπτυσσε μοντέλα στη Γερμανία και είτε τα εξήγαγε είτε τα παρήγαγε σε τοπικές εκδοχές διεθνώς. Ωστόσο, η στρατηγική αυτή δοκιμάζεται πλέον έντονα από τις εμπορικές εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ, Ευρώπης και Κίνας, την επιβολή δασμών, αλλά και το υψηλό κόστος μετάβασης στην ηλεκτροκίνηση.
Η ανάπτυξη νέων πλατφορμών και η παραγωγή μπαταριών απαιτούν σημαντικές επενδύσεις, αυξάνοντας την πίεση στα περιθώρια κέρδους.
Ο όμιλος διαθέτει σήμερα παραγωγική δυνατότητα περίπου 12 εκατομμυρίων οχημάτων ετησίως, ενώ οι πωλήσεις εκτιμάται ότι θα περιοριστούν στα 9 εκατομμύρια.
Ήδη έχει μειωθεί δυναμικότητα κατά περίπου 1 εκατομμύριο μονάδες σε Ευρώπη και Κίνα, ενώ εξετάζεται νέα περικοπή αντίστοιχου μεγέθους. Το βάρος πέφτει κυρίως σε ευρωπαϊκά εργοστάσια, συμπεριλαμβανομένων μονάδων στη Γερμανία.
Ιδιαίτερη πίεση δέχεται η Audi, καθώς εξαρτάται πλήρως από εισαγωγές στις ΗΠΑ, με τους δασμούς να κοστίζουν περίπου 1,2 δισ. ευρώ ετησίως.
Η εταιρεία εξετάζει πλέον σοβαρά το ενδεχόμενο τοπικής παραγωγής στη Βόρεια Αμερική, προκειμένου να περιορίσει τις απώλειες και να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της.
Παράλληλα, ο όμιλος αναζητά εναλλακτικές λύσεις αντί για άμεσο κλείσιμο εργοστασίων, όπως η επαναχρησιμοποίηση μονάδων ή η συνεργασία με άλλους κλάδους.
Η στρατηγική αυτή αντικατοπτρίζει τη μετάβαση της Volkswagen σε ένα πιο ευέλικτο, πολυκεντρικό μοντέλο παραγωγής, προσαρμοσμένο στις νέες γεωοικονομικές και τεχνολογικές συνθήκες.