Η Γαλλία προχωρά σε περαιτέρω σκλήρυνση της φορολογικής πολιτικής απέναντι στα αυτοκίνητα με κινητήρες diesel και βενζίνης, καθιστώντας την αγορά τους ολοένα και πιο ασύμφορη. Με την αναμόρφωση του συστήματος Malus Écologique, οι επιβαρύνσεις σε ορισμένες περιπτώσεις φτάνουν έως και τις 80.000 ευρώ, επηρεάζοντας κυρίως τα μεγάλα και βαριά οχήματα.
Κεντρικός πυλώνας της πολιτικής είναι ο φόρος εκπομπών CO₂. Από το 2026, το όριο ενεργοποίησης μειώνεται στα 108 g/km (WLTP), με αρχική χρέωση 50 ευρώ. Η κλιμάκωση είναι ιδιαίτερα απότομη, καθώς όσο αυξάνονται οι εκπομπές, το κόστος ανεβαίνει δυσανάλογα. Για οχήματα με εκπομπές άνω των 191 g/km, η μέγιστη επιβάρυνση φτάνει τις 80.000 ευρώ, ποσό που μπορεί να διπλασιάσει την τελική τιμή αγοράς ενός μεγάλου SUV ή ενός μοντέλου υψηλών επιδόσεων.
Παράλληλα, αυστηρότερος γίνεται και ο φόρος βάρους (Taxe au Poids). Από την 1η Ιανουαρίου 2026, το αφορολόγητο όριο μειώνεται στα 1.500 κιλά. Πάνω από αυτό, η χρέωση ξεκινά από 10 ευρώ ανά κιλό και αυξάνεται προοδευτικά, φτάνοντας έως τα 30 ευρώ ανά κιλό για οχήματα άνω των 2.000 κιλών. Ακόμη και τα plug-in υβριδικά SUV επιβαρύνονται, παρά τις περιορισμένες εκπτώσεις που προβλέπονται.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα μεγάλων diesel μοντέλων, όπου ο συνδυασμός φόρου CO₂ και βάρους μπορεί να προσθέσει δεκάδες χιλιάδες ευρώ στην αρχική τιμή, καθιστώντας τα οικονομικά μη βιώσιμα για τον μέσο αγοραστή.
Αντίθετα, τα αμιγώς ηλεκτρικά οχήματα παραμένουν προσωρινά εκτός του πλαισίου αυτού, αν και από το δεύτερο εξάμηνο του 2026 θα ενταχθούν σε νέο σύστημα αξιολόγησης. Το μήνυμα της γαλλικής πολιτείας είναι σαφές: η μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση επιταχύνεται όχι μόνο με κίνητρα, αλλά και με ισχυρά αντικίνητρα για τα θερμικά οχήματα.