Από το 2028, οι οδηγοί σε ολόκληρη την Ευρώπη θα βρεθούν αντιμέτωποι με νέες αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων, ως άμεση συνέπεια της εφαρμογής του ETS2, του δεύτερου ευρωπαϊκού συστήματος εμπορίας εκπομπών CO₂. Πρόκειται για μια θεσμική αλλαγή που επεκτείνει το υφιστάμενο σύστημα ρύπων, το οποίο ισχύει εδώ και χρόνια για την ηλεκτροπαραγωγή και τη βαριά βιομηχανία, στους τομείς των οδικών μεταφορών και της θέρμανσης.
Το ETS2 τίθεται τυπικά σε εφαρμογή από το 2027, ωστόσο οι πρώτες ουσιαστικές οικονομικές επιπτώσεις για τους καταναλωτές αναμένονται ένα χρόνο αργότερα. Από το 2028, οι εταιρείες που εμπορεύονται και διανέμουν καύσιμα θα υποχρεωθούν να αγοράζουν δικαιώματα εκπομπών CO₂ για κάθε λίτρο βενζίνης, πετρελαίου, υγραερίου ή φυσικού αερίου που διαθέτουν στην αγορά. Το κόστος αυτό δεν θα απορροφηθεί από τις ίδιες, αλλά θα μετακυλιστεί σταδιακά στις τελικές τιμές.
Σύμφωνα με μελέτη της διεθνούς συμβουλευτικής εταιρείας BIP, η πρόσθετη επιβάρυνση για τα καύσιμα κίνησης εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσει τα 250 έως 300 ευρώ ετησίως ανά νοικοκυριό, ενώ για τη θέρμανση το αντίστοιχο ποσό υπολογίζεται στα 500 έως 600 ευρώ. Αν και τυπικά δεν πρόκειται για νέο φόρο, στην πράξη το αποτέλεσμα για τον καταναλωτή θα είναι αντίστοιχο, καθώς το κόστος θα ενσωματωθεί στην τιμή στην αντλία και στον λογαριασμό ενέργειας.
Η επίδραση του ETS2 έρχεται σε μια συγκυρία όπου οι τιμές των καυσίμων παραμένουν ήδη υψηλές, με την Ελλάδα να συγκαταλέγεται σταθερά στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το μεγαλύτερο ποσοστό φορολογίας στην τελική τιμή. Αυτό σημαίνει ότι κάθε πρόσθετη επιβάρυνση γίνεται άμεσα αισθητή, ειδικά σε νοικοκυριά που εξαρτώνται από το αυτοκίνητο για τις καθημερινές τους μετακινήσεις.
Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, το συνολικό κόστος που θα προκύψει από την εφαρμογή του ETS2 για μετακίνηση και θέρμανση εκτιμάται ότι μπορεί να αγγίξει τα 20 δισεκατομμύρια ευρώ έως το 2030, ανάλογα με την πορεία των τιμών των δικαιωμάτων εκπομπών. Στην ελληνική περίπτωση, οι μεγαλύτερες πιέσεις αναμένεται να ασκηθούν σε περιοχές εκτός αστικών κέντρων, όπου το αυτοκίνητο αποτελεί βασικό μέσο μετακίνησης, καθώς και σε νοικοκυριά που εξακολουθούν να χρησιμοποιούν πετρέλαιο θέρμανσης.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στο υγραέριο, το οποίο εξακολουθεί να έχει σημαντική παρουσία στην ελληνική αγορά. Σύμφωνα με τη μελέτη, το LPG εμφανίζει έως και 40% χαμηλότερο συνολικό κόστος χρήσης σε σύγκριση με άλλα καύσιμα. Παρ’ όλα αυτά, το μέλλον του παραμένει αβέβαιο, καθώς η ευρωπαϊκή πολιτική δείχνει να περιορίζει τον ρόλο των εναλλακτικών καυσίμων, όπως τα βιοκαύσιμα, τα οποία τοποθετούνται ουσιαστικά στο περιθώριο και μόνο σε μεταγενέστερο στάδιο, μετά το 2035.