Η Ford συμπλήρωσε 125 χρόνια παρουσίας στον μηχανοκίνητο αθλητισμό και μεταξύ όλων των αγωνιστικών κινητήρων που έχει παρουσιάσει σε αυτό το διάστημα υπάρχει ένας που ξεχωρίζει. Ο λόγος για τον Cosworth DFV V8, ο οποίος πέτυχε 155 νίκες στη Formula 1 και συνέβαλε στην κατάκτηση 12 Παγκόσμιων Πρωταθλημάτων Οδηγών και 10 Κατασκευαστών.
Η ιστορία του ξεκίνησε το 1965, όταν ο Walter Hayes, επικεφαλής τότε του αγωνιστικού τμήματος της Ford, ανέθεσε στους Keith Duckworth και Mike Costin της Cosworth την εξέλιξη δύο νέων κινητήρων. Ο πρώτος ήταν ένας τετρακύλινδρος 1.600 κυβικών για τη Formula 2, ενώ ο δεύτερος ένας V8 3,0 λίτρων, σχεδιασμένος σύμφωνα με τους νέους κανονισμούς της Formula 1.
Η βάση του προγράμματος ήταν ο τετρακύλινδρος FVA, τα αρχικά του οποίου προέρχονταν από τις λέξεις Four Valve Series A. Η φιλοσοφία του μεταφέρθηκε στον V8 και οδήγησε στη δημιουργία του DFV, με την ονομασία να σημαίνει Double Four Valve.
Οι τέσσερις βαλβίδες ανά κύλινδρο αποτελούσαν προηγμένη λύση για την εποχή, αλλά η πραγματική καινοτομία του DFV βρισκόταν στο συνολικό σχεδιασμό του. Ο κινητήρας μπορούσε να λειτουργεί ως δομικό τμήμα του μονοθεσίου, με το κιβώτιο και την πίσω ανάρτηση να στηρίζονται πάνω του. Έτσι περιοριζόταν το βάρος και αυξανόταν η ακαμψία του πλαισίου.
Το ντεμπούτο του πραγματοποιήθηκε στις 4 Ιουνίου 1967, στο ολλανδικό Γκραν Πρι του Zandvoort. Ο Jim Clark, με τη Lotus 49, χάρισε στον νέο κινητήρα την πρώτη του νίκη ήδη από την παρθενική εμφάνισή του.
Παρότι ο DFV είχε πραγματοποιήσει ελάχιστες δοκιμές, ο Clark κυριάρχησε στον αγώνα. Στα μισά της διαδρομής είχε δημιουργήσει διαφορά 11 δευτερολέπτων από την Brabham που ακολουθούσε, ενώ σημείωσε και τον ταχύτερο γύρο με χρόνο 1:28,1. Ολοκλήρωσε τον αγώνα με μέση ταχύτητα 171,375 χλμ./ώρα.
Αυτή ήταν η αρχή μιας αγωνιστικής πορείας που επρόκειτο να διαρκέσει περισσότερο από μιάμιση δεκαετία. Από το 1967 έως το 1983, μονοθέσια με τον DFV σημείωσαν συνολικά 155 νίκες στη Formula 1. Ο κινητήρας συνδέθηκε επίσης με 12 τίτλους Οδηγών και 10 Κατασκευαστών, αριθμοί που τον κατατάσσουν μεταξύ των πιο επιτυχημένων κινητήρων στην ιστορία του θεσμού.
Ένα ακόμα στοιχείο που συνέβαλε στην εξάπλωσή του ήταν η απόφαση της Ford και της Cosworth να τον διαθέσουν σε περισσότερες ομάδες. Έτσι, κατασκευαστές που δεν είχαν τους πόρους για να εξελίξουν δικό τους κινητήρα μπορούσαν να αποκτήσουν μια ισχυρή και ανταγωνιστική μονάδα. Ο DFV χρησιμοποιήθηκε από ομάδες όπως οι Lotus, McLaren, Williams, Tyrrell και Brabham, διαμορφώνοντας σε μεγάλο βαθμό τη Formula 1 των δεκαετιών του 1960, του 1970 και των αρχών του 1980.
Η οικογένεια των κινητήρων που βασίστηκε στον DFV δεν περιορίστηκε στη Formula 1. Παραλλαγές της χρησιμοποιήθηκαν σε διαφορετικές μορφές αγώνων και συνδέθηκαν με επιτυχίες στο Grand Prix του Μονακό, στις 500 Μίλια της Ινδιανάπολης και στις 24 Ώρες του Le Mans.
Σήμερα η τεχνολογία είναι εντελώς διαφορετική, αλλά η Ford επιχειρεί να επαναλάβει τη συγκεκριμένη φιλοσοφία συνεργασίας μέσω της Red Bull Ford Powertrains. Η αμερικανική εταιρεία συμμετέχει στην εξέλιξη των μονάδων ισχύος που χρησιμοποιούν οι Oracle Red Bull Racing και Visa Cash App Racing Bulls.
Οι προδιαγραφές του 2026 προβλέπουν υβριδικές μονάδες με V6 κινητήρα εσωτερικής καύσης 1.600 κυβικών και σημαντικά ισχυρότερο ηλεκτρικό σύστημα. Παράλληλα, καταργείται η γεννήτρια MGU-H, ενώ το ηλεκτρικό μέρος αποκτά πολύ μεγαλύτερο ρόλο στην παραγωγή της συνολικής ισχύος.




